Με αφορμή τον πρόσφατο θόρυβο για τις επενδύσεις κάποιων Ταμείων σε «δομημένα» ομόλογα, αξίζει τον κόπο να μάθουμε τι θα πει ομόλογο γενικά, τι «δομημένο», τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που παρουσιάζουν.
Το ομόλογο δεν είναι παρά ένα είδος δανείου. Με το ομόλογο ο δανειζόμενος «ομολογεί» ότι οφείλει στον δανειστή (τον αγοραστή του ομολόγου) το κεφάλαιο, που δανείσθηκε, ενώ ο καταβαλλόμενος τόκος (είτε καταβάλλεται περιοδικά είτε στη λήξη του ομολόγου, δηλ. της περιόδου δανεισμού) αντιπροσωπεύει το κόστος του δανείου για τον οφειλέτη. Το σχετικό επιτόκιο λέγεται «ονομαστικό».
Αυτά από τη σκοπιά του εκδότη του ομολόγου (του δανειζομένου). Από τη σκοπιά του αγοραστή του ομολόγου (του δανειστή ή επενδυτή) τα πράγματα είναι πιο στρυφνά. Αν μεν κρατήσει το ομόλογο ώς τη λήξη, τότε το κύριο ρίσκο που έχει, είναι να πτωχεύσει ο εκδότης του ομολόγου, οπότε πιθανότατα δεν θα πάρει πίσω το κεφάλαιο που κατέβαλε για την αγορά του ομολόγου. Αν όμως χρειασθεί να πωλήσει (ρευστοποιήσει) το ομόλογο πριν από τη λήξη, αντιμετωπίζει τον κίνδυνο η τιμή, στην οποία θα πωλήσει, να είναι μικρότερη της τιμής, στην οποία θα έχει αγοράσει το ομόλογο. Αυτές οι αγοραπωλησίες -στη λεγόμενη δευτερογενή αγορά ομολόγων- ουδόλως ενδιαφέρουν τον εκδότη του ομολόγου, ο οποίος ούτως ή άλλως έχει δεδομένες υποχρεώσεις απέναντι στον φέροντα το ομόλογο (να καταβάλλει τόκους και το κεφάλαιο στη λήξη), όποιος κι αν είναι αυτός.
Π.χ., όταν το περίφημο ομόλογο των 280 εκατ. ευρώ, που αγόρασε το ΤΕΑΔΥ, έχει τελικό κόστος επιτοκίου ίσο προς Euribor μείον 16 μονάδες βάσεως ετησίως, ο εκδότης του ομολόγου (το ελληνικό Δημόσιο) είναι προφανώς ωφελημένος γιατί έχει δανεισθεί με χαμηλό κόστος δανεισμού (με την έννοια ότι όσο κι αν ανέλθει το Euribor, το Δημόσιο θα καταβάλει συγκριτικά μικρότερο επιτόκιο) - και, εκ πρώτης όψεως, ουδόλως ενδιαφέρει ποιοι αγόρασαν ή θα αγοράσουν το ομόλογο στη δευτερογενή αγορά ώς τη λήξη του.
Πότε πέφτει η τιμή ενός ομολόγου;
Η τιμή ενός ομολόγου πέφτει ή ανεβαίνει προκειμένου η απόδοσή του να εξισωθεί με τις αποδόσεις άλλων ομολόγων (ιδίας διαρκείας ώς τη λήξη και ιδίου ρίσκου), που όμως έχουν διαφορετικά ονομαστικά επιτόκια. Ας υποθέσουμε ότι έχουμε ένα ομόλογο, που έχει ένα χρόνο ακόμη να τρέξει ώς τη λήξη και προσφέρει 7% ονομαστικό επιτόκιο (άρα για ονομαστική αξία ομολόγου, έστω, 1.000 ευρώ, ο ετήσιος τόκος θα είναι 70 ευρώ). Θέλω να πωλήσω αυτό το ομόλογο. Ομως συνεχώς στην αγορά εκδίδονται νέα ομόλογα. Αν τα επιτόκια στην αγορά έχουν ανεβεί και είναι, έστω, 9%, ο εκδότης ενός νέου ομολόγου, για να το καταστήσει ελκυστικό, θα πρέπει να προσφέρει 9% επίσης. Αρα για ονομαστική αξία ομολόγου 1.000 ευρώ, ο τόκος θα είναι 90 ευρώ. Αρα για να ενδιαφερθεί κάποιος να αγοράσει το δικό μου ομόλογο, που προσφέρει μόνο 7%, θα πρέπει η τιμή του δικού μου ομολόγου να πέσει - να μην είναι πια, ας πούμε, 1.000 ευρώ (όσο η ονομαστική του αξία), μα, με δεδομένο ότι ο τόκος, που το ομόλογό μου προσφέρει, παραμένει στα 70 ευρώ, να γίνει η τιμή του 777,78 ευρώ, έτσι ώστε η απόδοση του ομολόγου μου να γίνει 70/777,78 = 9% (όση δηλ. και του νέου, ελκυστικοτέρου ομολόγου).
Συνεπώς, ο κανών είναι απλός: όταν ανεβαίνουν τα επιτόκια, πέφτουν οι τιμές των ομολόγων στη δευτερογενή αγορά και το αντίστροφο. Από την άλλη μεριά, αν το ομόλογο διακρατηθεί ώς τη λήξη, τότε ο φέρων το ομόλογο εισπράττει την ονομαστική αξία του ομολόγου - με σιγουριά, αν ο εκδότης είναι το κράτος, με ολιγότερη σιγουριά (λόγω του κινδύνου της πτωχεύσεως), αν είναι ιδιώτης.
Καθημερινή
No comments:
Post a Comment